απελπισμένος


απελπισμένος
[апэлписмэнос]εκ. отчаявшийся,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απελπισμένος" в других словарях:

  • ἀπελπισμένος — ἀ̱πελπισμένος , ἀπελπίζω despair of perf part mp masc nom sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ντεσπεράδος — ντεσπεράδος, ον (Μ) απελπισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. desperado < λατ. desperatus «απελπισμένος» < λατ. despero «απελπίζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • άελπτος — ἄελπτος, ον (Α) 1. ανέλπιστος, απροσδόκητος (για ευχάριστα ή δυσάρεστα γεγονότα) 2. αυτός για τον οποίο είναι κανείς απελπισμένος, έχει χάσει κάθε ελπίδα 3. αυτός που δεν αφήνει καμιά ελπίδα, απελπιστικός, απογοητευτικός 4. επίρρ. ἀέλπτως και (το …   Dictionary of Greek

  • ανέλπιστος — η, ο (AM ἀνέλπιστος, ον) μη ελπιζόμενος, απροσδόκητος, αναπάντεχος αρχ. 1. (για πρόσωπα) εκείνος που δεν έχει ελπίδα, απελπισμένος 2. (για πράγματα) εκείνος που δεν παρέχει ελπίδα, απελπιστικός 3. το ουδ. ως ουσ. το ανέλπιστον το να μην ελπίζεις… …   Dictionary of Greek

  • απογιγνώσκω — ἀπογιγνώσκω κ. απογινώσκω (Α) (νεοελλ., σε χρήση μόνο η μτχ. πρκμ. απεγνωσμένος, η, ο απελπισμένος, χωρίς ελπίδα επιτυχίας) βρίσκομαι σε απελπιστική θέση για κάτι αρχ. 1. παραιτούμαι από ένα σχέδιο, εγκαταλείπω τον σκοπό μου να πράξω κάτι 2.… …   Dictionary of Greek

  • απονοούμαι — ἀπονοοῡμαι ( έομαι) (Α) 1. χάνω τον νου μου, δεν μπορώ να σκεφτώ 2. βρίσκομαι σε απόγνωση, σε απελπισία II. η μετοχή πρκμ. απονενοημένος, η, ο (αρχ. μσν., ος, ον) απεγνωσμένος, απελπισμένος αρχ. πρόστυχος, αισχρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο* + νοούμαι,… …   Dictionary of Greek

  • δεσπεράδος — και ντεσπεράδος, α, ο ο απελπισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελλ. ξεν. όρου πρβλ. ισπ. desperado] …   Dictionary of Greek

  • δυσελπιστώ — δυσελπιστῶ ( έω) (Α) 1. λίγα ελπίζω, δεν έχω πολλές ελπίδες 2. ( οῡμαι) είμαι απελπισμένος …   Dictionary of Greek

  • δύσελπις — ο, η (Α) 1. αυτός που δύσκολα ελπίζει, απελπισμένος 2. αυτός που φέρνει απελπισία 3. αυτός που δεν αναμένεται πια («δύσελπις νίκη») …   Dictionary of Greek

  • ετοιμοθάνατος — η, ο (ΑΜ ἑτοιμοθάνατος, ον) νεοελλ. 1. αυτός που βρίσκεται πολύ κοντά στον θάνατο, ο μελλοθάνατος 2. (για λύχνο) αυτός που είναι έτοιμος να σβήσει μσν. ο έτοιμος να πεθάνει, δηλ. ο απελπισμένος («ἑτοιμοθάνατοι οὐδὲ ψυχῶν ὑμῶν φείδεσθε», Θεοφάν.)… …   Dictionary of Greek